αποδεικνύομαι


αποδεικνύομαι
αποδεικνύομαι, αποδείχθηκα και αποδείχτηκα, απο(δε)δειγμένος βλ. πίν. 88 και πρβλ. αποδείχνομαι
——————
Σημειώσεις:
αποδεικνύομαι : η λόγια μτχ. αποδεδειγμένος κυρίως σε εκφράσεις όπως είναι αποδεδειγμένο ότι... (για τρόπο συμπεριφοράς, φαινόμενο κτλ. που παρατηρείται συχνά, που έχει αποδειχθεί στην πράξη η συχνή του εμφάνιση).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ίκελος — ἴκελος, έλη, ον (Α) (ποιητ. και ιων. τ.) βλ. είκελος. επίρρ... ἰκέλως (Α) (με δοτ.) με τον ίδιο τρόπο, όμοια με... [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκ ελος η λ. εμφανίζει τη μηδενισμένη βαθμίδα ἰκ τής ρίζας *weik «αποδεικνύομαι αληθής» τών ρ. εικάζω, έοικα. Το… …   Dictionary of Greek

  • αλίσκομαι — ἁλίσκομαι (Α) ελλειπτικό παθητικό ρήμα που έχει ως ενεργητικό το αἱρῶ* (το ἁλίσκω μόνο στην παροιμία «ἐλέφας μῦν οὐχ ἁλίσκει») 1. (για πρόσωπα, τόπους, πράγματα) κυριεύομαι, συλλαμβάνομαι, αιχμαλωτίζομαι, πέφτω στα χέρια τού εχθρού 2. (για ζώα)… …   Dictionary of Greek

  • αληθεύω — (Α ἀληθεύω) (για πράγματα, καταστάσεις ή γεγονότα) είμαι ή αποδεικνύομαι αληθινός, επαληθεύομαι, πραγματοποιούμαι, επιβεβαιώνομαι νεοελλ. (απροσώπως) αληθεύει είναι αληθές, είναι πραγματικό αρχ. 1. μιλώ, λέω την αλήθεια 2. προλέγω σωστά 3.… …   Dictionary of Greek

  • ανέχω — ἀνέχω (AM) [ανέχομαι (AM ἀνέχομαι)] Ι. ενεργ. υποβαστάζω, συγκρατώ αρχ. 1. σηκώνω, ανασηκώνω, κρατώ κάτι ψηλά 2. υποστηρίζω, διατηρώ, συντηρώ 3. αναχαιτίζω, ανακόπτω 4. ανεβαίνω, αναδύομαι, εμφανίζομαι 5. (για γεγονότα) συμβαίνω 6. βγάζω βλαστούς …   Dictionary of Greek

  • αναφαίνομαι — (AM ἀναφαίνω, ομαι) προβάλλω, παρουσιάζομαι, έρχομαι στο φως αρχ. Ι. ενεργ. 1. κάνω κάτι να δώσει φλόγα, να λάμψει 2. γεννώ, παράγω 3. φανερώνω, καθιστώ γνωστό 4. ανακηρύσσω, αναγορεύω 5. ορίζω, ιδρύω II. (μέσ., ομαι) 1. φαίνομαι πάλι 2.… …   Dictionary of Greek

  • αποβαίνω — (AM ἀποβαίνω) 1. καταλήγω, καταντῶ 2. καθίσταμαι, γίνομαι, αποδεικνύομαι αρχ. 1. αποβιβάζομαι 2. φεύγω, αναχωρῶ 3. (για πρόσωπα) καταντῶ, γίνομαι 4. (για ελπίδες) αποτυγχάνω, διαψεύδομαι 5. επιτυγχάνω 6. πραγματοποιοῡμαι, επαληθεύω 7. (μτβ.)… …   Dictionary of Greek

  • διαφαίνομαι — (ΑΝ) 1. αρχίζω να παρουσιάζομαι μέσα από κάποιο άλλο σώμα, διαφανές ή όχι, διακρίνομαι αμυδρά κι αόριστα 2. αποδεικνύομαι, καταφαίνομαι, δηλώνομαι («διαφαίνονται οἱ σκοποί του») αρχ. 1. είμαι διάπυρος, πυροκόκκινος από τη θερμότητα 2. (αμτβ.)… …   Dictionary of Greek

  • δοκώ — (I) (AM δοκῶ, έω) Ι. δοκώ αρχ. μσν. και «δοκεῑ μοι» νομίζω, θαρρώ νεοελλ. (ε)δοκήθηκα αντιλήφθηκα αρχ. μσν. 1. απρόσ. «δοκεῑ μοι» μού φαίνεται ορθό 2. (προσωπικό με δοτ.) φαίνομαι («μάλα μοι δοκέει πεπνυμένος εἶναι», Αισχ.) 3. (για πρόσ.)… …   Dictionary of Greek

  • ελλείπω — (AM ἐλλείπω) λείπω από ένα σύνολο, δεν υπάρχω μσν. νεοελλ. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) τα ελλείποντα οι ελλείψεις αρχ. 1. εγκαταλείπω 2. καθυστερώ καταβολή οφειλομένων 3. παραλείπω 4. αποδεικνύομαι ελλιπής 5. είμαι πολύ μικρός 6. (με γεν. πράγματος)… …   Dictionary of Greek

  • επαληθεύω — (AM ἐπαληθεύω) 1. αποδεικνύω κάτι ως αληθινό, επιβεβαιώνω, επικυρώνω («τὸν τοῡ Ἀλκιβιάδου λόγον... ἐπαλήθευσεν ο Λίχας», Θουκ.) 2. (αμτβ.). δικαιώνομαι, επιβεβαιώνομαι, αποδεικνύομαι από τα ίδια τα πράγματα ακριβής, αληθινός («επαληθεύθηκαν οι… …   Dictionary of Greek